Μετάφραση του "devisee" σε Ελληνικά

Οι κληρονόμος, κληροδόχος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devisee" σε Ελληνικά.

devisee noun γραμματική

(law) the person or entity to whom property is devised in a will [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κληρονόμος

    noun masculine
  • κληροδόχος

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " devisee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "devisee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη