Μετάφραση του "devoid" σε Ελληνικά

Οι απαλλαγμένος, κενός, στερούμενος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devoid" σε Ελληνικά.

devoid adjective verb γραμματική

empty; having none of; completely without [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απαλλαγμένος

    adjective masculine

    In fact, his work seems to be completely devoid of any emotion.

    Στην πραγματικότητα, η εργασία του φαίνεται για να είναι απολύτως απαλλαγμένος οποιασδήποτε συγκίνησης.

  • κενός

    adjective masculine

    That provision, which is a general implementing power, does not thereby become devoid of content.

    Τούτο δεν σημαίνει ότι η ρύθμιση αυτή καθίσταται, ως διάταξη παρέχουσα γενική εκτελεστική αρμοδιότητα, κενή περιεχομένου.

  • στερούμενος

    adjective masculine

    Naturally, there may be signs that are completely devoid of distinctive character.

    Θα ήταν, ασφαλώς, πιθανό να υπάρχουν σημεία απολύτως στερούμενα διακριτικού χαρακτήρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " devoid " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "devoid" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη