Μετάφραση του "devout" σε Ελληνικά
Οι ευλαβής, ευσεβής, θρήσκος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devout" σε Ελληνικά.
devout
adjective
noun
γραμματική
(obsolete) A devotional composition, or part of a composition; devotion. [..]
-
ευλαβής
adjective masculineThe speaker was the devout but distraught man Jonah.
Αυτά τα είπε ο ευλαβής αλλά καταρρακωμένος Ιωνάς.
-
ευσεβής
adjective masculineJacob, our devout friend, he just filed a complaint.
Jacob, ο ευσεβής μας φίλος, μόλις κατέθεσε μια διαμαρτυρία.
-
θρήσκος
Father Frank, as we used to call him, he was very devout.
Ο Πάτερ Φρανκ, όπως τον λέγαμε εμείς, ήταν θρήσκος.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ένθερμος
- θεοσεβής
- ειλικρινής
- ευλαβικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " devout " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "devout" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ειλικρίνεια · ευλάβεια · ευσέβεια · θρησκευτικότητα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη