Μετάφραση του "devotion" σε Ελληνικά
Οι αφοσίωση, ευλάβεια, λατρεία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "devotion" σε Ελληνικά.
devotion
noun
γραμματική
(ecclesiastical) A prayer ( often found in the plural ) [..]
-
αφοσίωση
noun femininereligious veneration, zeal, or piety
If you understand devotion, you will understand Japan.
Αν καταλάβεις την αφοσίωση, θα καταλάβεις την Ιαπωνία.
-
ευλάβεια
noun femininethe act or state of devoting or being devoted
In both cases there were six days of labor and one for rest and devotion.
Σε αμφότερες τις περιπτώσεις, υπήρχαν έξι ημέρες εργασίας και μία ημέρα για ανάπαυση και ευλάβεια.
-
λατρεία
noun feminineI am sure you are in need of your own devotion.
Είμαι σίγουρη πως χρειάζεστε χρόνο για την λατρεία σας.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- αυτοσυγκέντρωση
- συγκέντρωση
- αφιέρωση
- ευσέβεια
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " devotion " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "devotion" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ευλαβής · ευσεβής · θεοφοβούμενος · θρήσκος
-
αφιερωμένος · αφιερώνομαι · αφιερώνω · αφοσιώνομαι · αφοσιώνω · δίνω · θυσιάζομαι
-
αφιερώνω
-
αποδύομαι
-
προορίζεται για
-
αφοσιωμένος · πιστός
-
θρησκευτική κατάνυξη
-
λατρεία · λατρευτικά έθιμα · προσευχές
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη