Μετάφραση του "difficulty" σε Ελληνικά

Οι δυσκολία, δυσχέρεια, δυστοκία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "difficulty" σε Ελληνικά.

difficulty noun γραμματική

The state of being difficult, or hard to do. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσκολία

    noun feminine

    I think you'll have very little difficulty in getting a driver's license.

    Νομίζω ότι θα έχεις πολύ λίγη δυσκολία για να πάρεις μια άδεια οδήγησης.

  • δυσχέρεια

    noun

    Another connected problem is the difficulty of guaranteeing equal treatment.

    αΕνα άλλο πρόβλημα σχετικά με το ζήτημα αυτό είναι η δυσχέρεια διασφαλίσεως ίσης μεταχειρίσεως.

  • δυστοκία

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " difficulty " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "difficulty" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "difficulty" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη