Μετάφραση του "diffidence" σε Ελληνικά
Οι αιδημοσύνη, διστακτικότητα, ενδοιασμός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diffidence" σε Ελληνικά.
diffidence
noun
γραμματική
The state of being diffident, timid or shy; reticence or self-effacement. [..]
-
αιδημοσύνη
noun feminineThe state of being diffident, timid or shy; reticence or self-effacement
-
διστακτικότητα
-
ενδοιασμός
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- ατολμία
- έλλειψη αυτοπεποίθησης
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diffidence " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diffidence" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άτολμος · καχύποπτος · σεμνός
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη