Μετάφραση του "dilate" σε Ελληνικά
Οι διαστέλλω, εκθέτω, αναπτύσσω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dilate" σε Ελληνικά.
dilate
verb
γραμματική
(transitive) To enlarge; to make bigger. [..]
-
διαστέλλω
verbHe's seizing, and now his right pupil is dilating.
Έχει κρίσεις και τώρα η κόρη του δεξιού οφθαλμού διαστέλλεται.
-
εκθέτω
verb -
αναπτύσσω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dilate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dilate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Διαστολή του χρόνου
-
διαστολέας
-
διαλυμένος
-
διατατική μυοκαρδιοπάθεια
-
έκταση · διαστολή
-
Διαστολή
-
διάταση · διαστολή · διεύρυνση
-
διαστέλλομαι
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη