Μετάφραση του "dilation" σε Ελληνικά

Οι διαστολή, έκταση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dilation" σε Ελληνικά.

dilation noun γραμματική

Delay. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαστολή

    noun feminine

    Eye movement and dilation are often dead giveaways.

    Η κίνηση οφθαλμών και η διαστολή συχνά σε προδίνουν.

  • έκταση

    noun
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dilation " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dilation" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dilation" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη