Μετάφραση του "disallow" σε Ελληνικά
Οι απαγορεύω, απορρίπτω, ακυρώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disallow" σε Ελληνικά.
disallow
verb
γραμματική
To refuse to allow [..]
-
απαγορεύω
verbWithout command given, you are disallowed from leaving the palace.
Χωρίς να σου επιτραπεί, απαγορεύεται να φύγεις απο το παλάτι.
-
απορρίπτω
verbIt had only disallowed costs which it had found ineligible.
Η Επιτροπή απλώς απέρριψε δαπάνες που κρίθηκαν μη επιλέξιμες.
-
ακυρώνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disallow " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disallow" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
άρνηση · απόρριψη
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη