Μετάφραση του "disallowance" σε Ελληνικά
Οι άρνηση, απόρριψη είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disallowance" σε Ελληνικά.
disallowance
noun
γραμματική
The action of not allowing, or of withdrawing allowance. [..]
-
άρνηση
nounNo decision to disallow expenditure on conformity grounds had been taken by the end of 1998 (see paragraph 2.80).
Μέχρι τα τέλη του 1998 δεν είχε ληφθεί καμία απόφαση για άρνηση χρηματοδότησης δαπανών λόγω μη συμφωνίας (βλέπε σημείο 2.80).
-
απόρριψη
nounI believe there are two fundamental reasons for disallowing expenditure.
Πιστεύω ότι υπάρχουν δύο βασικοί λόγοι για την απόρριψη της δαπάνης.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " disallowance " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "disallowance" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
ακυρώνω · απαγορεύω · απορρίπτω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη