Μετάφραση του "disciplinary" σε Ελληνικά

Το πειθαρχικός είναι η μετάφραση του "disciplinary" σε Ελληνικά.

disciplinary adjective noun γραμματική

Having to do with discipline, or with the imposition of discipline. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πειθαρχικός

    noun adjective masculine

    Fair and effective disciplinary rules are needed in any organisation.

    Κάθε οργανισμός έχει ανάγκη από δίκαιους και αποτελεσματικούς πειθαρχικούς κανόνες.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disciplinary " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "disciplinary" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disciplinary" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη