Μετάφραση του "disenfranchised" σε Ελληνικά

Οι περιθωριοποιημένος, χωρίς εκλογικά δικαιώματα, χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "disenfranchised" σε Ελληνικά.

disenfranchised adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of disenfranchise. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • περιθωριοποιημένος

  • χωρίς εκλογικά δικαιώματα

  • χωρίς πολιτική αντιπροσώπευση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " disenfranchised " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "disenfranchised" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη