Μετάφραση του "dissociate" σε Ελληνικά

Οι διαχωρίζω, αποσπώ, απομακρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissociate" σε Ελληνικά.

dissociate verb γραμματική

(transitive) To make unrelated; to sever a connection; to separate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαχωρίζω

    verb

    Thus, Ms Aykul was not able to dissociate her driving from the use of narcotic substances.

    Aykul δεν ήταν σε θέση να διαχωρίσει την κατανάλωση ναρκωτικών ουσιών από την οδήγηση μηχανοκίνητου οχήματος.

  • αποσπώ

    verb
  • απομακρύνω

    verb
  • αποσυνδέω

    verb
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dissociate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dissociate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dissociate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη