Μετάφραση του "dissolution" σε Ελληνικά

Οι διάλυση, ακολασία, αποσύνθεση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dissolution" σε Ελληνικά.

dissolution noun γραμματική

The termination of an organized body or legislative assembly, especially a formal dismissal. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διάλυση

    noun feminine

    Similarly, its dissolution or liquidation shall not give rise to any imposition.

    Ομοίως, η διάλυση ή η εκκαθάριση αυτού δεν συνεπάγεται κανενός είδους φορολογία.

  • ακολασία

    noun

    Excessive indulgence in sensual pleasures.

  • αποσύνθεση

    noun feminine
  • διάσπαση

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dissolution " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dissolution" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποδομητικός
  • διάλυση της Βουλής
  • ακολασταίνω
  • Lacking (moral) restraint ... ασυγκρατητος, εκλυτος, χαλασμενος, φιληδονος, ακολαστος · unrestrained by morality ... εκλυτος · Εκλυτος ... unrestrained by convention or morality generally ... especially indulging in activities generally considered as vices such as drink or (promiscous) sex · άσωτος · έκλυτος · ακόλαστος · ανήθικος · διεφθαρμένος
  • πράξη συναινετικής λύσης γάμου
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dissolution" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη