Μετάφραση του "distinctively" σε Ελληνικά
Το καθαρά είναι η μετάφραση του "distinctively" σε Ελληνικά.
distinctively
adverb
γραμματική
In a distinctive manner; in a way that is notable for its difference. [..]
-
καθαρά
adjective
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " distinctively " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "distinctively" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
περιορισμός διακριτής τιμής
-
τιμητική διάκριση
-
γνώρισμα · χαρακτηριστικό
-
διακριτικός · ξεχωριστός · χαρακτηριστικός
-
ανωτερότητα · διάκριση · διαχωρισμός · ειδοποιός διαφορά
-
αίθριος · αισθητός · διάκριτος · ευδιάκριτος · ευκρινής · καθαρός · ξεκάθαρος · ξεχωριστός · σαφής
-
όχι Γιάννης, Γιαννάκης
-
ασήμαντη διαφορά · μικρή διάκριση · ψιλά γράμματα
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη