Μετάφραση του "distinctiveness" σε Ελληνικά

Οι χαρακτηριστικό, γνώρισμα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distinctiveness" σε Ελληνικά.

distinctiveness noun γραμματική

the quality of being distinctive, individual or discrete [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • χαρακτηριστικό

    noun neuter

    Its aroma is subtle and distinctive, and the flavour is mild and never sour.

    Το άρωμα είναι λεπτό και χαρακτηριστικό, η γεύση πολύ γλυκιά και ποτέ όξινη.

  • γνώρισμα

    noun

    This range of varieties is a distinctive characteristic of ‘Hessischer Apfelwein’.

    Το ευρύ αυτό φάσμα ποικιλιών αποτελεί διακριτικό γνώρισμα του «Hessischer Apfelwein».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distinctiveness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distinctiveness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • περιορισμός διακριτής τιμής
  • τιμητική διάκριση
  • διακριτικός · ξεχωριστός · χαρακτηριστικός
  • ανωτερότητα · διάκριση · διαχωρισμός · ειδοποιός διαφορά
  • αίθριος · αισθητός · διάκριτος · ευδιάκριτος · ευκρινής · καθαρός · ξεκάθαρος · ξεχωριστός · σαφής
  • όχι Γιάννης, Γιαννάκης
  • καθαρά
  • ασήμαντη διαφορά · μικρή διάκριση · ψιλά γράμματα
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distinctiveness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη