Μετάφραση του "distinguished" σε Ελληνικά

Οι διαπρεπής, διακεκριμένος, διάσημος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distinguished" σε Ελληνικά.

distinguished adjective verb γραμματική

Archaic spelling of distinguished. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαπρεπής

    adjective masculine

    What a kind, distinguished face he has in his picture.

    Ποσό ευγενική και διαπρεπής φαίνεται η φυσιογνωμία του στη φωτογραφία!

  • διακεκριμένος

    adjective

    It is distinguished by its white paste, without holes.

    Το προϊόν διακρίνεται από τη λευκή, χωρίς ανοίγματα μάζα του.

  • διάσημος

    adjective

    Or a distinguished novelist.

    Ή ένας διάσημος συγγραφέας.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • εξαίρετος
    • καταξιωμένος
    • μεγάλος
    • περιβόητος
    • σπουδαίος
    • φημισμένος
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distinguished " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distinguished" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distinguished" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη