Μετάφραση του "distinguishable" σε Ελληνικά

Οι διακρίσιμος, διακριτός, ξεχωριστός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distinguishable" σε Ελληνικά.

distinguishable adjective γραμματική

Able, or easily able to be distinguished. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διακρίσιμος

    adjective

    able, or easily able to be distinguished

  • διακριτός

    adjective masculine

    able, or easily able to be distinguished

    The capital letter ‘E’ followed by the distinguishing number of the Contracting Party which has granted the type-approval.

    Αναγράφεται το κεφαλαίο γράμμα «Ε» και ακολουθεί ο διακριτός αριθμός του συμβαλλόμενου μέρους που έχει χορηγήσει την έγκριση τύπου.

  • ξεχωριστός

    adjective masculine

    You looked all sort of brown and distinguished and terribly English.

    Φαινόσουν μαυρισμένος και πολύ ξεχωριστός και απελπιστικά Αγγλος.

  • ευδιάκριτος

    adjective masculine

    Thus the soul was not sharply distinguished from the body.”

    Επομένως, δεν υπήρχε ευδιάκριτος διαχωρισμός ψυχής και σώματος».

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distinguishable " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distinguishable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distinguishable" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη