Μετάφραση του "distributive" σε Ελληνικά

Οι απονεμητικός, διανεμητικός, επιμεριστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "distributive" σε Ελληνικά.

distributive adjective noun γραμματική

Relating to distribution. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • απονεμητικός

  • διανεμητικός

    adjective masculine

    relating to distribution

    The relevant evidence reveals that other distribution means are second best.

    Τα σχετικά στοιχεία αποκαλύπτουν ότι οι άλλοι διανεμητικοί δίαυλοι είναι υποδεέστεροι.

  • επιμεριστικός

    (γραμμ.)
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " distributive " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "distributive" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "distributive" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη