Μετάφραση του "diversified" σε Ελληνικά
Οι διαφοροποιημένος, ποικιλόμορφος, πολυσυλλεκτικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diversified" σε Ελληνικά.
diversified
adjective
verb
γραμματική
Past participle of diversify [..]
-
διαφοροποιημένος
The eel fisheries sector is highly diversified across Europe.
Ο τομέας της αλιείας του χελιού στην Ευρώπη είναι ιδιαίτερα διαφοροποιημένος.
-
ποικιλόμορφος
-
πολυσυλλεκτικός
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " diversified " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "diversified" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
επεκτείνομαι
-
διαφοροποιώ · διευρύνω · επεκτείνω · ποικίλλω
-
διαφοροποιώ · διευρύνω · επεκτείνω · ποικίλλω
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη