Μετάφραση του "diversify" σε Ελληνικά

Οι ποικίλλω, διαφοροποιώ, διευρύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "diversify" σε Ελληνικά.

diversify verb γραμματική

(transitive) To make diverse or various in form or quality; to give variety to; to variegate; to distinguish by numerous differences or aspects. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ποικίλλω

    The picture is extremely diversified without a common denominator.

    Η εικόνα ποικίλλει σημαντικά, καθώς δεν υπάρχει κοινός παρονομαστής.

  • διαφοροποιώ

    verb
  • διευρύνω

    verb

    I just feel like it's time to diversify my investments a bit, that's all.

    Απλά νιώθω ότι είναι καιρός να διευρύνω λίγο τις επενδύσεις μου.

  • επεκτείνω

    verb

    Yeah, he still chops cars, but he's trying to diversify now.

    Ναι, ακόμα κόβει αυτοκίνητα, αλλά τώρα προσπαθεί να επεκταθεί.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " diversify " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "diversify" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • επεκτείνομαι
  • διαφοροποιημένος · ποικιλόμορφος · πολυσυλλεκτικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "diversify" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη