Μετάφραση του "divide" σε Ελληνικά

Οι διαιρώ, χωρίζω, μοιράζω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divide" σε Ελληνικά.

divide verb noun γραμματική

(transitive) To split or separate (something) into two or more parts. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιρώ

    verb

    I can see the whole of time and space, every single atom of your existence, and I divide them

    Μπορώ να δω όλο το χρόνο και το διάστημα, κάθε άτομο της ύπαρξης σου και τα διαιρώ

  • χωρίζω

    verb

    The proposals for change are divided into four sections.

    Οι προτάσεις για αλλαγές χωρίζονται σε τέσσαρις ομάδες.

  • μοιράζω

    verb

    So it's all about dividing my time between good and evil.

    Έτσι μοιράζω τον χρόνο μου ανάμεσα στο καλό και το κακό.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • διχασμός
    • διχάζω
    • διαχωρίζω
    • διανέμω
    • άβυσσος
    • μοιράω
    • χώρισμα
    • υδροκρίτης
    • ξεχωρίζω
    • τεμαχίζω
    • δίπολο
    • φατριάζω
    • χωρίζομαι
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divide " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Divide
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διαιρώ

    Divide by the number of people, subtract belts and shoes...

    Διαιρώ τον αριθμό ανθρώπων, αφαιρώ ζώνες και παπούτσια.

Εικόνες με "divide"

Φράσεις παρόμοιες με "divide" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divide" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη