Μετάφραση του "divided" σε Ελληνικά

Οι διαιρεμένος, διαχωρισμένος, διχαλωτός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divided" σε Ελληνικά.

divided adjective verb γραμματική

Simple past tense and past participle of divide. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαιρεμένος

    A mob thus divided would not be nearly so dangerous.

    Ένας όχλος διαιρεμένος με αυτόν τον τρόπο δεν θα ήταν πια τόσο επικίνδυνος.

  • διαχωρισμένος

  • διχαλωτός

  • σε δυο δόσεις

    οδηγία συνταγής ζαχαροπλαστικής

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divided " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "divided" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divided" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη