Μετάφραση του "dividing" σε Ελληνικά

Το διαίρεση είναι η μετάφραση του "dividing" σε Ελληνικά.

dividing adjective noun verb γραμματική

Of things that divide or separate. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαίρεση

    noun feminine

    The representative samples shall be made up of the sum of the individual samples, divided by three.

    Τα αντιπροσωπευτικά δείγματα προκύπτουν από τη διαίρεση του αθροίσματος των δειγματοληψιών διά του τρία.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dividing " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dividing" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dividing" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη