Μετάφραση του "divorcee" σε Ελληνικά

Οι διαζευγμένη, διαζευγμένος, ζωντοχήρα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divorcee" σε Ελληνικά.

divorcee noun γραμματική

A person divorced. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • διαζευγμένη

    feminine

    a person divorced

    And so I did everything the magazines say a wealthy, attractive divorcee does.

    Κι έτσι έκανα τα πάντα που λένε τα περιοδικά ότι κάνει μια πλούσια, ελκυστική, διαζευγμένη χήρα.

  • διαζευγμένος

    masculine

    a person divorced

    And the only female member named Kathy is a 63-year-old divorcee.

    Και η μόνη γυναίκα μέλος που ονομάζεται Kathy είναι ένα 63-year-old διαζευγμένος.

  • ζωντοχήρα

    OK, I'll be a young and beautiful divorcee.

    Καλά, θα γίνω μια νέα κι όμορφη ζωντοχήρα.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divorcee " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divorcee" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη