Μετάφραση του "divulgement" σε Ελληνικά

Οι κοινολόγηση, γνωστοποίηση, κοινοποίηση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "divulgement" σε Ελληνικά.

divulgement noun

the act of disclosing something that was secret or private

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κοινολόγηση

    noun

    Such disclosure must take into account the legitimate interest of the parties concerned that their business secrets should not be divulged.

    Για την κοινολόγηση αυτή πρέπει να λαμβάνεται υπόψη το νόμιμο συμφέρον των ενδιαφερομένων μερών να μην αποκαλύπτονται τα επαγγελματικά τους απόρρητα.

  • γνωστοποίηση

    noun

    They should also set out the reasons why this information should not be divulged or published.

    Θα πρέπει επίσης να εξηγηθούν οι λόγοι για τους οποίους δεν επιτρέπεται η γνωστοποίηση ή η δημοσίευσή τους.

  • κοινοποίηση

    noun

    The complainant, fearing negative commercial repercussions, does not want its identity to be divulged.

    Ο καταγγέλλων, φοβούμενος τις αρνητικές εμπορικές συνέπειες, δεν επιθυμεί την κοινοποίηση της ταυτότητάς του.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " divulgement " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "divulgement" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αποκαλύπτω · δηλώνω · δημοσιοποιώ · κοινολογώ · κοινοποιώ · λέγω · φανερώνω
  • αποκάλυψη · γνωστοποίηση · κοινολόγηση · κοινοποίηση
  • αποκαλύπτω
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "divulgement" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη