Μετάφραση του "docile" σε Ελληνικά

Οι αθόρηβος, υπάκουος, πειθήνιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "docile" σε Ελληνικά.

docile adjective γραμματική

Yielding to control or supervision, direction, or management. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αθόρηβος

  • υπάκουος

    adjective masculine

    His successor is said to be considerably more docile.

    Και ο διάδοχός του λέγεται ότι είναι πολύ πιο υπάκουος.

  • πειθήνιος

    adjective masculine

    He's usually most docile when having his coffee.

    Είναι πιο πειθήνιος την ώρα που πίνει τον καφέ του.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • υποχωρητικός
    • δεκτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " docile " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "docile" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • ευπείθεια · πειθαρχία · υπακοή
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "docile" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη