Μετάφραση του "docility" σε Ελληνικά

Οι υπακοή, ευπείθεια, πειθαρχία είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "docility" σε Ελληνικά.

docility noun γραμματική

The quality of being docile. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • υπακοή

    noun feminine

    But the smile was forced and her docility was really just her resignation.

    Αλλά το χαμόγελο ήταν βεβιασμένο... και η υπακοή της ήταν απλώς η παραίτησή της.

  • ευπείθεια

    noun feminine
  • πειθαρχία

    feminine

    More docile and controllable, huh, Fitch?

    Περισσότερη πειθαρχία και έλεγχος, ε Φίτς;

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " docility " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "docility" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • αθόρηβος · δεκτικός · πειθήνιος · υπάκουος · υποχωρητικός
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "docility" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη