Μετάφραση του "dope" σε Ελληνικά

Οι ντόπα, βλάκας, ναρκωτικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dope" σε Ελληνικά.

dope adjective verb noun γραμματική

(uncountable) Any viscous liquid or paste, such as a lubricant, used in preparing a surface. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • ντόπα

    noun
  • βλάκας

    noun masculine
  • ναρκωτικό

    noun neuter
  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μαριχουάνα
    • ντοπάρω
    • χόρτο
    • αναβολίζω
    • πληροφορία
    • βερνίκι
    • βούρλο
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dope " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dope" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dope" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη