Μετάφραση του "double" σε Ελληνικά
Οι διπλός, διπλασιάζω, διπλάσιος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "double" σε Ελληνικά.
(intransitive) To turn sharply; following a winding course. [..]
-
διπλός
adjective masculineMade up of two matching or complementary elements [..]
There is nothing left other than a double prophecy, doubly obscure.
Δε μας έμεινε τίποτα παραπάνω από μια διπλή προφητεία, διπλά ασαφής.
-
διπλασιάζω
verbto multiply by two
You will double the watch along the coast day and night.
Να διπλασιάσεις τις βάρδιες κατά μήκος της ακτής, μέρα και νύχτα.
-
διπλάσιος
adjective masculinetwice the quantity
Nine confirmed dead already but it'll easily hit double figures.
Εννιά επιβεβαιωμένοι νεκροί ήδη αλλά μιλούν για διπλάσια θύματα.
-
Λιγότερο συχνές μεταφράσεις
- σωσίας
- διπλό
- Νταμπλ
- διπλώνω
- διπλώνομαι
- ντουμπλάρω
- δίκλινος
- δυπλός
- παίζω διπλό παιχνίδι
- παίζω σε διπλό ταμπλό
- το έχω δίπορτο
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " double " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία
Double (Double/Midnight Parade/Milky Way~Kimi no Uta~)
-
Διπλός
Doubling of the twine forming the cod-end is prohibited.
Απαγορεύονται τα διπλά νήματα του σάκου της τράτας.
Εικόνες με "double"
Φράσεις παρόμοιες με "double" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
Ψύξη μέσω επαφής σε δύο πλευρές
-
κοντραμπάσο
-
Μείκτης διπλής εξισορρόπησης
-
διπλοθεσίτης
-
διπλή μόνωση
-
αρχή τού "ου δις δικάζειν" · αρχή τού δεδικασμένου · διπλή ενοχοποίηση