Μετάφραση του "doubtless" σε Ελληνικά

Οι αναμφίβολα, αναμφίβολος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "doubtless" σε Ελληνικά.

doubtless adjective adverb γραμματική

Characterized by or experiencing no doubt at all, certain; undoubted; undoubting. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αναμφίβολα

    adverb

    The students of this university doubtless give real hope for the revival of Belarus.

    Οι φοιτητές αυτού του πανεπιστημίου δίνουν αναμφίβολα πραγματική ελπίδα για την αναγέννηση της Λευκορωσίας.

  • αναμφίβολος

    adjective masculine
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " doubtless " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "doubtless" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη