Μετάφραση του "dragging" σε Ελληνικά
Το σύρσιμο είναι η μετάφραση του "dragging" σε Ελληνικά.
dragging
noun
adjective
verb
γραμματική
Present participle of drag. [..]
-
σύρσιμο
Hold her up by her knee, with her hands dragging the ground.
Κρατήστε την από το γόνατό της, με τα χέρια της το σύρσιμο στο έδαφος.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dragging " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dragging" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διασύρω (κπ) δημόσια · λασπολογώ εναντίον, κατά, σε βάρος [+Γεν.] · σπιλώνω την υπόληψη (+Γεν.)
-
Αντίσταση · έλκηθρο · έλκω · αγγαρεία · αντίσταση · βραδυπορώ · εμπλέκομαι · κώλυμα · μπελάς · οπισθέλκουσα · παρατείνω · σέρνομαι · σέρνω · σύρω · τραβιέμαι · τραβώ · τροχοπέδη · χρονίζω · ψάχνω
-
drag queen · τραβεστί · τραβεστί ηθοποιός
-
παρασύρω
-
βυθοκόρος
-
βυθίζω · συμπαρασύρω · υπονομεύω · φρενάρω
-
παρασέρνω
-
κωλυσιεργώ
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη