Μετάφραση του "driverless" σε Ελληνικά
Οι αυτοοδηγούμενος, μηχανοκίνητος, αυτόνομος είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "driverless" σε Ελληνικά.
driverless
adjective
γραμματική
Without a driver. [..]
-
αυτοοδηγούμενος
-
μηχανοκίνητος
-
αυτόνομος
adjective -
χωρίς οδηγό
Major investment is now being devoted to developing driverless vehicles.
Επί του παρόντος πραγματοποιούνται σημαντικές επενδύσεις στην ανάπτυξη οχημάτων χωρίς οδηγό.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " driverless " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη