Μετάφραση του "driving" σε Ελληνικά

Οι οδήγηση, Οδηγώντας είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "driving" σε Ελληνικά.

driving adjective verb noun γραμματική

Present participle of drive. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • οδήγηση

    noun feminine

    He is good at driving.

    Είναι καλός στην οδήγηση.

  • Οδηγώντας

    operation of a vehicle

    In driving rain, gonzales and his Codriver, continos, hold onto their lead.

    Οδηγώντας στη βροχή, ο Γκονζάλες και ο συνοδηγός του, Continos, συνεχίζουν να προηγούνται.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " driving " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "driving" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "driving" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη