Μετάφραση του "droll" σε Ελληνικά
Οι amusing in an odd way; whimsically humorous; waggish ... ευτραπελος, αστείος, διασκεδαστικός είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "droll" σε Ελληνικά.
droll
adjective
verb
noun
γραμματική
(archaic) A buffoon [..]
-
amusing in an odd way; whimsically humorous; waggish ... ευτραπελος
-
αστείος
adjectiveYou are very droll, my friend.
Είστε πολύ αστείος, φίλε μου.
-
διασκεδαστικός
adjective masculine -
κωμικός
adjective masculineSome of their antics are very droll, believe me.
Πίστεψε με, κάποια από τα καμώματα τους είναι πραγματικά πολύ κωμικά.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " droll " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "droll" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
πολύ αστείο
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη