Μετάφραση του "dromon" σε Ελληνικά

Οι δρόμωνας, δρόμων είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dromon" σε Ελληνικά.

dromon noun γραμματική

a Byzantine bireme, similar to the chelandion, but used primarily for naval combat [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δρόμωνας

    A corvette ('dromon' a sailing ship used during the Greek War of Independence in 1821) surrounded by the twelve stars of the European Union.

    Απεικονίζεται κορβέτα (ή δρόμων, ιστιοφόρο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821), περιβαλλόμενη από τα δώδεκα αστέρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • δρόμων

    noun

    A corvette ('dromon' a sailing ship used during the Greek War of Independence in 1821) surrounded by the twelve stars of the European Union.

    Απεικονίζεται κορβέτα (ή δρόμων, ιστιοφόρο που χρησιμοποιήθηκε κατά την Ελληνική Επανάσταση του 1821), περιβαλλόμενη από τα δώδεκα αστέρια της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dromon " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dromon" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη