Μετάφραση του "dropping" σε Ελληνικά

Οι κατέβασμα, καταβιβασμός, μείωση είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dropping" σε Ελληνικά.

dropping noun adjective verb γραμματική

Present participle of drop. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • κατέβασμα

    noun

    Local bylaws require me to warn you that the climax of this routine does feature a trouser drop.

    Η τοπική νομοθεσία με υποχρεώνει να σας προειδοποιήσω ότι το αποκορύφωμα αυτής της ρουτίνας, περιέχει το κατέβασμα του παντελονιού.

  • καταβιβασμός

  • μείωση

    noun

    When stocks decline, it is because there is a drop in supply and an increase in demand.

    Η μείωση των αποθεμάτων οφείλεται στη μείωση της προσφοράς και στην αύξηση της ζήτησης.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • πτώση
    • χαμήλωμα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dropping " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dropping" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dropping" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη