Μετάφραση του "drudge" σε Ελληνικά
Οι αγγαρεία, κοπιάζω, σκλάβος, δούλος, είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drudge" σε Ελληνικά.
drudge
verb
noun
γραμματική
A person who works in a low servile job. [..]
-
αγγαρεία
noun -
κοπιάζω
verb -
σκλάβος, δούλος,
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drudge " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη