Μετάφραση του "drug" σε Ελληνικά

Οι φάρμακο, ναρκωτικό, ναρκώνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "drug" σε Ελληνικά.

drug verb noun γραμματική

(pharmacology) A substance used to treat an illness, relieve a symptom, or modify a chemical process in the body for a specific purpose. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • φάρμακο

    noun neuter

    A substance which specifically promotes healing. [..]

    You give me that new wonder drug of yours, I'll be even better.

    Αν μου δώσεις και το νέο φάρμακο, θα'μαι ακόμα καλύτερα.

  • ναρκωτικό

    noun neuter

    psychoactive substance ingested for recreational use, especially illegal and addictive one [..]

    We in the various European countries have learned how to handle the drug that is alcohol.

    Εμείς, στα διάφορα κράτη της Ευρώπης, έχουμε μάθει πώς να αντιμετωπίζουμε το ναρκωτικό που λέγεται οινόπνευμα.

  • ναρκώνω

    verb

    to administer intoxicating drugs

    I drug her at dinner, you never let her know.

    Τη ναρκώνω στο δείπνο, δεν της το λες.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • βάζω ναρκωτικό
    • ναρκωτικός
    • ναρκομανής
    • μεθώ
    • παίρνω ναρκωτικά
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " drug " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Εικόνες με "drug"

Φράσεις παρόμοιες με "drug" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "drug" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη