Μετάφραση του "drugged" σε Ελληνικά
Το ναρκωμένος είναι η μετάφραση του "drugged" σε Ελληνικά.
drugged
adjective
verb
γραμματική
Simple past tense and past participle of drug. [..]
-
ναρκωμένος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " drugged " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "drugged" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
μαλακά ναρκωτικά
-
έμπορος ναρκωτικών · διακινητής ναρκωτικών
-
παράνομο εμπόριο ναρκωτικών
-
βάζω ναρκωτικό · μεθώ · ναρκομανής · ναρκωτικό · ναρκωτικός · ναρκώνω · παίρνω ναρκωτικά · φάρμακο
-
αγχολυτικό
-
Επαναστόχευση φαρμάκων
-
μη στεροειδές αντιφλεγμονώδες φάρμακο
-
εμπορία ναρκωτικών
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη