Μετάφραση του "duplicate" σε Ελληνικά

Οι αντίγραφο, αντιγράφω, διπλότυπο είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "duplicate" σε Ελληνικά.

duplicate adjective verb noun γραμματική

being the same as another; identical. This may exclude the first identical item in a series, but usage is inconsistent. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αντίγραφο

    noun neuter

    The duplicate shall bear the date of the original export licence or certificate of origin.

    Το αντίγραφο φέρει την ημερομηνία της πρωτότυπης άδειας εξαγωγής ή του πρωτότυπου πιστοποιητικού καταγωγής.

  • αντιγράφω

    verb

    I have developed some skill at duplicating the original hand.

    Έχω αναπτύξει την δεξιότητα να αντιγράφω τον αυθεντικό γραφικό χαρακτήρα.

  • διπλότυπο

    noun neuter

    duplicate database entry (see Q17362920 Wikimedia duplicated page) [..]

    But cloning a person is not the same as duplicating a person.

    Όμως η ανθρώπινη κλωνοποίηση δεν είναι το ίδιο όπως ένα ανθρώπινο διπλότυπο.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • αναπαραγάγω
    • ανταλλακτικός
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " duplicate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Duplicate
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Διπλός, διπλότυπο

Φράσεις παρόμοιες με "duplicate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "duplicate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη