Μετάφραση του "duplicity" σε Ελληνικά
Το διπροσωπία είναι η μετάφραση του "duplicity" σε Ελληνικά.
duplicity
noun
γραμματική
Intentional deceptiveness; double-dealing. [..]
-
διπροσωπία
noun feminineintentional deceptiveness
Prentiss read your doubt as duplicity and so did we.
Η Πρέντις ερμήνευσε τη δυσπιστία σου ως διπροσωπία, όπως και εμείς.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " duplicity " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "duplicity" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
διπλότυπη σύνδεση
-
Διπλός, διπλότυπο
-
Δημοσίευση κανόνα εντοπισμού διπλοτύπων
-
ακριβές αντίγραφο
-
αναπαράγω · αντιγράφω
-
αντιγραφή · αντιγραφή, επανάληψη, διπλασιασμός
-
αναπαραγωγή δίσκων
-
απαλοιφή των επαναλήψεων
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη