Μετάφραση του "dysfunction" σε Ελληνικά
Το δυσλειτουργία είναι η μετάφραση του "dysfunction" σε Ελληνικά.
dysfunction
verb
noun
γραμματική
A failure to function in an expected or complete manner. Usually refers to a disorder in a bodily organ (e.g. erectile dysfunction), a mental disorder, or the improper behavior of a social group. [..]
-
δυσλειτουργία
noun femininefailure to function
That seems to be happening in Bosnia, which is sliding alarmingly towards dysfunction if not destruction.
Αυτό φαίνεται να συμβαίνει στη Βοσνία, η οποία πορεύεται ανησυχητικά προς τη δυσλειτουργία, αν όχι την καταστροφή.
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " dysfunction " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "dysfunction" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
δυσλειτουργική · δυσλειτουργικό · δυσλειτουργικός · προβληματικός
-
ανικανότητα
-
δυσλειτουργική οικογένεια
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη