Μετάφραση του "dysfunctional" σε Ελληνικά

Οι δυσλειτουργικός, δυσλειτουργική, δυσλειτουργικό είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "dysfunctional" σε Ελληνικά.

dysfunctional adjective γραμματική

Functioning incorrectly or abnormally. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • δυσλειτουργικός

    adjective masculine

    Functioning incorrectly or abnormally

    Uh, well, in my parents'case, by being abusive and dysfunctional.

    Στην περίπτωση των γονιών μου, με το να είσαι υβριστικός και δυσλειτουργικός.

  • δυσλειτουργική

    adjective

    I have to go stop my own dysfunctional family from killing each other.

    Πρέπει να πάω να σταματήσω τη δική μου δυσλειτουργική οικογένεια από το να αλληλοσκοτωθούν.

  • δυσλειτουργικό

    adjective

    Whose sole purpose is to procreate and continue a dysfunctional species.

    Που μοναδικός του σκοπός είναι να παράγει και να συνεχίζει ένα δυσλειτουργικό είδος.

  • προβληματικός

    adjective

    He was raised in a dysfunctional family, which he lost or may have even murdered.

    Μεγάλωσε σε προβληματική οικογένεια, την οποία έχασε ή ίσως δολοφόνησε.

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " dysfunctional " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "dysfunctional" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "dysfunctional" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη