Μετάφραση του "editable" σε Ελληνικά
Το διασκευάσιμος είναι η μετάφραση του "editable" σε Ελληνικά.
editable
adjective
γραμματική
capable of being edited [..]
-
διασκευάσιμος
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " editable " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "editable" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
λειτουργία επεξεργασίας
-
στερεότυπη έκδοση
-
μοντάζ
-
αλλοιώνω · αναθεωρώ · διορθώνω (χειρόγραφο) · εκδίδω · επεξεργάζομαι · επεξεργασία · επιμελούμαι (υλικό) · μεταβάλλω τη διάταξη (γονιδίων) · μεταλλάσσω · μοντάρω · συντάσσω · σχολιάζω έκδοση · τροποποιώ
-
στοιχείο ελέγχου επεξεργασίας αναζήτησης
-
εντολή επεξεργασίας
-
μαζική επεξεργασία
-
ανασυντάσσω · επανεκδίδω · ετοιμάζω νέα έκδοση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη