Μετάφραση του "effectiveness" σε Ελληνικά

Οι αποτελεσματικότητα, δραστικότητα, ενέργεια είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "effectiveness" σε Ελληνικά.

effectiveness noun γραμματική

The property of being effective [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελεσματικότητα

    noun feminine

    The Commission disputes the effectiveness of these measures.

    Η αποτελεσματικότητα αυτών των μέτρων αμφισβητήθηκε από την Επιτροπή.

  • δραστικότητα

    noun

    authorising laboratories to check the effectiveness of vaccination against rabies in certain domestic carnivores

    με την οποία επιτρέπεται σε ορισμένα εργαστήρια να ελέγχουν τη δραστικότητα των αντιλυσσικών εμβολίων σε ορισμένα κατοικίδια σαρκοφάγα

  • ενέργεια

    noun feminine

    The uniform approach to the management of undesirable effects and serious undesirable effects has been established.

    Καθιερώθηκε ενιαία προσέγγιση για τη διαχείριση των ανεπιθύμητων ενεργειών και των σοβαρών ανεπιθύμητων ενεργειών.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • επίδραση
    • δύναμη
    • επενέργεια
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " effectiveness " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "effectiveness" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "effectiveness" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη