Μετάφραση του "effectuate" σε Ελληνικά

Οι πραγματοποιώ, πραγματώνω, υλοποιώ είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "effectuate" σε Ελληνικά.

effectuate verb γραμματική

(transitive) To be the cause of something. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • πραγματοποιώ

    verb

    to be the cause of [..]

    In 2004 only very few final payments under the Sixth Framework Programme had been effectuated yet.

    Το 2004 πολύ λίγες μόνο τελικές πληρωμές είχαν ήδη πραγματοποιηθεί βάσει του έκτου προγράμματος-πλαισίου.

  • πραγματώνω

    verb

    to be the cause of

  • υλοποιώ

    verb

    to be the cause of

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • μεθοδεύω
    • κάνω
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " effectuate " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Φράσεις παρόμοιες με "effectuate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

  • δραστικότητα · δύναμη
  • εκπλήρωση · πραγμάτωση · υλοποίηση
  • δραστικότητα · δύναμη
  • αποτελεσματικός · δραστικός · τελεσφόρος
  • εκπλήρωση · πραγμάτωση · υλοποίηση
  • δραστικότητα · δύναμη
Προσθήκη

Μεταφράσεις του "effectuate" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη