Μετάφραση του "effeminate" σε Ελληνικά
Οι θηλυπρεπής, γυναικωτός, εκθηλύνω είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "effeminate" σε Ελληνικά.
effeminate
adjective
verb
γραμματική
(of a man or boy) Having behaviour or mannerisms considered unmasculine or typical of a woman or girl; feminine. [..]
-
θηλυπρεπής
adjective masculineof a man, behaving like a woman
I can't believe that such an effeminate boy supports such friends.
Δεν το πιστεύω ότι ένα τόσο θηλυπρεπές αγόρι έχει τέτοιους φίλους.
-
γυναικωτός
It was a snobby guy and an effeminate dude in a wheelchair.
Ήταν ένας σνομπαρίας, κι ένας γυναικωτός σε αναπηρική καρέκλα.
-
εκθηλύνω
verb
-
Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων
Αυτόματες μεταφράσεις του " effeminate " σε Ελληνικά
-
Glosbe Translate
-
Google Translate
Φράσεις παρόμοιες με "effeminate" με μεταφράσεις σε Ελληνικά
-
εκθήλυνση · θηλυκοποίηση
Προσθήκη παραδείγματος
Προσθήκη