Μετάφραση του "efficacy" σε Ελληνικά

Οι αποτελεσματικότητα, δύναμη, δραστικότητα (φαρμάκου) είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "efficacy" σε Ελληνικά.

efficacy noun γραμματική

(uncountable) Ability to produce a desired amount of a desired effect. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποτελεσματικότητα

    noun feminine

    The efficacy of such measures will be kept under review in the light of scientific evidence.

    Η αποτελεσματικότητα των μέτρων αυτών θα εξακολουθήσει να είναι αντικείμενο εξέτασης υπό το φως νέων επιστημονικών ανακαλύψεων.

  • δύναμη

    noun feminine

    Yes, the fact is this case has nothing to do with the efficacy of abstinence-only programs.

    Το γεγονός είναι, πως η υπόθεση δεν αφορά τη δύναμη των προγραμμάτων εγκράτειας.

  • δραστικότητα (φαρμάκου)

  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " efficacy " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Efficacy
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Αποτελεσματικότητα

    Efficacy of docetaxel in the treatment of patients with gastric adenocarcinoma

    Αποτελεσματικότητα της docetaxel στη θεραπεία ασθενών με αδενοκαρκίνωμα στομάχου

Φράσεις παρόμοιες με "efficacy" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "efficacy" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη