Μετάφραση του "efficiency" σε Ελληνικά

Οι αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα, ικανότητα είναι οι κορυφαίες μεταφράσεις του "efficiency" σε Ελληνικά.

efficiency noun γραμματική

The extent to which time is well used for the intended task. [..]

+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • αποδοτικότητα

    noun feminine

    Therefore, Europe ought to realise the efficiencies and opportunities intrinsic to the adoption of these technologies.

    Επομένως, η Ευρώπη οφείλει να συνειδητοποιήσει την αποδοτικότητα που είναι εγγενής στην υιοθέτηση αυτών των τεχνολογιών.

  • αποτελεσματικότητα

    noun feminine

    Moreover, unjustified regulatory constraints holding back efficiency and limiting competition should be removed.

    Επιπλέον, θα πρέπει να αρθούν οι αδικαιολόγητοι κανονιστικοί περιορισμοί που αναστέλλουν την αποτελεσματικότητα και περιορίζουν τον ανταγωνισμό.

  • ικανότητα

    noun feminine

    Such increased operational efficiency will also result in obtaining environmental benefits.

    Αυτή η αυξημένη επιχειρησιακή ικανότητα θα οδηγήσει και σε περιβαλλοντικά οφέλη.

  • Λιγότερο συχνές μεταφράσεις

    • απόδοση
    • παραγωγικότητα
    • δραστηριότητα
    • γκαρσονιέρα
    • Αποδοτικότητα
  • Εμφάνιση αλγοριθμικά δημιουργημένων μεταφράσεων

Αυτόματες μεταφράσεις του " efficiency " σε Ελληνικά

  • Glosbe

    Glosbe Translate
  • Google

    Google Translate

Μεταφράσεις με εναλλακτική ορθογραφία

Efficiency
+ Προσθήκη

Αγγλικά-Ελληνικά λεξικό

  • Απόδοση, αποδοτικότητα, αποτελεσματικότητα

Φράσεις παρόμοιες με "efficiency" με μεταφράσεις σε Ελληνικά

Προσθήκη

Μεταφράσεις του "efficiency" σε Ελληνικά στο πλαίσιο, μεταφραστική μνήμη